Οι πεταλούδες θυμίζουν πως τίποτα δεν χάνεται ολοκληρωτικά - απλώς αλλάζει μορφή. Η πτήση τους δεν είναι φυγή, αλλά τρόπος να συνεχίσει η μνήμη να υπάρχει και να μεταμορφώνεται.
Μια ελικοειδής μορφή ξεδιπλώνεται καταλήγοντας σε μια ανθρώπινη φιγούρα που αναδύεται ή χάνεται μέσα στο στροβίλισμά της. Το έργο ακουμπά το σημείο όπου η μορφή παλεύει να υπάρξει, την ίδια στιγμή που τη γεννά και την καταπίνει η δίνη.
Η μορφή του μαύρου προβάτου εμφανίζεται σαν καρέ από κόμικ: μια φιγούρα που κοιτά με γουρλωμένα, υπερβολικά ανοιχτά μάτια, σαν να αιφνιδιάστηκε από την ίδια της την παρουσία μέσα στο πλαίσιο. Η έκφραση δεν είναι μόνο φόβος· είναι η επίγνωση ότι ξεχωρίζει – ότι το βλέμμα των άλλων το ακολουθεί, ακόμη κι όταν κανείς δεν μιλά. Το μαύρο πρόβατο γίνεται…
Η ύλη γίνεται καθρέφτης και παγίδα. Ένα κατεστραμμένο σπίτι - κουφάρι μνήμης. Στη θέση της ζωής υψώνονται στοίβες από λίρες. Το λαμπερό θεμέλιο αποδεικνύεται σαθρό. Η γυμνή φιγούρα αγγίζει τον χρυσό με μια απληστία που δεν σώζει τίποτα. Η υλική κληρονομιά παραμένει πολύτιμη και καταστροφική. Στο τέλος ξεχνά κανείς ποιος ανήκε σε ποιον.
Ο άνθρωπος με τα φίδια ενώνει το παρελθόν με τον αρχέγονο φόβο, τη γνώση και τον πειρασμό. Είναι ο φορέας μιας μοίρας που δεν έχει μόνο ένα πρόσωπο — κουβαλά την απειλή, τη δύναμη, την αναγέννηση. Τα φίδια δεν εμφανίζονται ως απλοί κίνδυνοι, αλλά ως ενσαρκώσεις όλων όσων κληρονομούνται: φόβοι, τύψεις, μνήμες, απώλειες, γοητείες, υποσχέσεις. Κάθε φίδι, μια διαδρομή που…
Το στόμα μεταφέρει αυτό που χάνεται και αυτό που επιμένει. Η μνήμη λειτουργεί ως ζωντανή διαδικασία: φθείρεται, αλλάζει, αναγεννιέται, ξαναγράφει όσα κληροδοτήθηκαν.