Η θάλασσα εδώ δεν είναι τοπίο - είναι οργανισμός, με αναπνοή, παλμό και βάθος. Aπέραντη και ακαθόριστη, χωρίς ανθρώπινη παρουσία. Ένας χώρος που δεν περιορίζει επειδή δεν ορίζεται. Τα στρώματα και οι αντανακλάσεις της λειτουργούν σαν παλίμψηστο εμπειριών. Η θάλασσα εμφανίζεται ως οργανισμός: ρευστή, απρόβλεπτη, ικανή να σε καταπιεί και να σε καθρεφτίσει.
Χωρίς κοινωνικά προσωπεία, όλα τα σώματα στέκονται ίσα και ευάλωτα. Η γυμνότητα γίνεται επιστροφή στην κοινή ανθρώπινη ουσία, πέρα από ρόλους και διαφορές. Ένα σώμα του πλήθους που συμμετέχει στο κοινό πεπρωμένο.
Η γιαγιά που πλέκει γίνεται αρχέτυπο μεταδότριας της παράδοσης. Κάθε θηλιά είναι κόμπος στη δική της ζωή και σε εκείνη των επόμενων. Τα χέρια της, σημαδεμένα από τον χρόνο, σα ζυμάρια, γίνονται εργαλεία μνήμης. Δεν είναι μόνο τρυφερότητα, αλλά και φύλαξη όσων πέρασαν. Το πλέξιμο θυμίζει τις Μοίρες - μόνο που εδώ η πορεία που υφαίνεται εμφανίζεται ως αναγκαία, αναγνωρισμένη…
Το πρόσωπο, καλυμμένο εξολοκλήρου από λουλούδια «μη με λησμόνει», γίνεται σύμβολο αυτού που δεν έχει πια χαρακτηριστικά - μόνο μια ανάγκη να επιβιώσει μέσα από τη μνήμη του άλλου.
Μνήμη και λήθη στέκονται σε λεπτή ισορροπία. Η μνήμη ως νερό που έχει στερέψει. Οι κάκτοι, ανθεκτικοί και αυτάρκεις, προτείνουν μια λήθη που δεν στηρίζεται σε τρυφερά ίχνη, αλλά σε εσωτερική δύναμη.
Ο κομματιασμένος γέρος αποκαλύπτει μέσα από τα θραύσματά του ένα πλήθος: ανώνυμο, γυμνό, σχεδόν εγκλωβισμένο. Είναι ένα σώμα ή πολλά; Μνήμη, κοινότητα ή κοινή μοίρα; Η μορφή γίνεται δοχείο που περιέχει, κουβαλά και φθείρεται χωρίς να παραιτείται.
Μια τελετουργία ρόλων που διασώζει τη σιωπή της παράδοσης. Η νύφη χωρίς πρόσωπο μετατρέπει το άτομο σε σύμβολο κοινωνικής υποχρέωσης. Τα παιδιά, στα πόδια των μεγάλων, γίνονται οι άφωνοι διάδοχοι ενός συστήματος που αναπαράγεται. Η εικόνα σχολιάζει την «νόμιμη» κατανομή των ρόλων μέσα στην οικογένεια: οικεία, αλλά ταυτόχρονα αποστασιοποιημένη, μετατρέπει το ιδιωτικό βίωμα σε συλλογική παρατήρηση για θέση, καθήκον και…
Η ίδια σύνθεση με την οικογενειακή φωτογραφία 1, χωρίς τα παιδιά. Οι ενήλικες στέκονται γυμνοί, απαλλαγμένοι από τελετουργίες και ρόλους. Η γαμήλια διάταξη παραμένει, αλλά ο συμβολισμός της υποχωρεί. Χωρίς την επόμενη γενιά, η συνέχεια διακόπτεται• χωρίς τα ενδύματα, οι συμβάσεις σβήνουν. Μένει μόνο το σώμα ως σιωπηρό ίχνος μιας πορείας που δεν ολοκληρώθηκε.
Δύο πλευρές σε απόλυτη σιωπή, σαν σε παγωμένη στιγμή πολέμου. Η συμμετρία ακυρώνει τον όρο «εχθρός» και αναδεικνύει τον ανθρώπινο παραλογισμό. Η μηχανική υπακοή ανακυκλώνει μια βία που παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη. Μια μοίρα που επιβάλλεται σιωπηρά.
Στα πλαστικά στρατιωτάκια που πυροβολούν σαπουνόφουσκες το παιχνίδι της βίας απογυμνώνεται: γίνεται εύθραυστο, σχεδόν παιδικό. Η βία γίνεται μια φούσκα, μια ψευδαίσθηση που κατασκευάζεται. Η ματαιότητά της εδώ δεν σκοτώνει. Υπενθυμίζει την ευθυνη της επιλογής οπλισμού.