Πάνω στα συντρίμμια, γυμνά σώματα χορεύουν από μια βαθιά, ανθρώπινη ανάγκη να θυμίσουν πως παραμένουν ζωντανά. Ο χορός γίνεται πράξη συνέχειας, μια επανεκκίνηση μετά την κατάρρευση - ο άνθρωπος ξαναχτίζει πρώτα τον εαυτό του, απογυμνωμένος από ψευδαισθήσεις.
Εδώ το δίπολο μνήμη-λήθη έχει τη μορφή κατανάλωσης και αποδόμησης. Τα λουλούδια, φορείς ανάμνησης, ευωδίας, νοήματος, μετατρέπονται σε τροφή. Ενσωματώνονται στο σώμα την ίδια στιγμή που χάνονται από τον κόσμο.
Το βάρος της παιδικότητας συνοδεύει κάθε φυγή. Το γυμνό σώμα αντιπαραβάλλεται με το άψυχο παιχνίδι - σύμβολο μιας τρυφερότητας που έχει πια σβήσει. Η αναχώρηση γίνεται λύτρωση και τιμωρία: μια απομάκρυνση που δεν απελευθερώνει πλήρως καθώς κουβαλά τ απομεινάρια ρόλων.
Το λιοντάρι πλημμυρίζει τον χώρο με έναν κοφτό βρυχηθμό - ό,τι η ανθρώπινη μορφή δεν τόλμησε να εκφράσει. Το ένστικτο αρνείται την πορεία που του ορίστηκε. Η δύναμη συνεχίζει να πάλλεται, ακόμη κι όταν περιορίζεται.
Μια ύπαρξη χωρίς ρίζες κοιτάζει μπροστά, παγωμένη. Κρατά μονάχα τα πιο ευάλωτα αντικείμενα - μια άχρηστη ομπρέλα και ανυπεράσπιστα ζώα - σύμβολα ταυτόχρονα επιμονής και επιβίωσης. Η φιγούρα κατοικεί το όριο ανάμεσα στην αθωότητα και την πραγματικότητα, στη σιωπή πριν από τη δράση.
Ένα φυσικό τοπίο αποδομείται σε γεωμετρικά τμήματα, σαν να έχει κοπεί, μετρηθεί και ταξινομηθεί. Η ρευστότητα της φύσης μετατρέπεται σε επιφάνεια ελέγχου — σε τεχνητό τοίχο που ορίζει, χωρίζει, περιορίζει. Η αρμονία γίνεται κατασκευή, το χάος γίνεται σύστημα. Η πράξη του τεμαχισμού υποδηλώνει την ανθρώπινη ανάγκη να οριοθετεί, να κατέχει, να καθιστά «νόμιμο» ό,τι ήταν κάποτε κοινό και άγριο.
Δύο φιγούρες στέκονται όρθιες πάνω σε μια τραμπάλα, προσπαθώντας να ισορροπήσουν - μια εύθραυστη στιγμή μεταξύ ανόδου και πτώσης. Το παιχνίδι γίνεται αλληγορία της ανθρώπινης σχέσης, της ισορροπίας δυνάμεων, της ανάγκης για σταθερότητα μέσα στην αστάθεια. Στο βάθος, η μορφή της Δικαιοσύνης παρατηρεί σιωπηλά• η παρουσία της δεν εγγυάται την ισότητα, αλλά υπενθυμίζει την κρίση, την επιτήρηση, την ψευδαίσθηση του…
Το πρόβατο, σύμβολο ηρεμίας και υποταγής, εμφανίζεται ως ειρωνικό σχόλιο απέναντι στον φόβο και την εξουσία. Με μια παιχνιδιάρικη χειρονομία αποδομεί το δράμα, αμφισβητώντας τη σοβαρότητα των αφηγήσεων που το περιχαρακώνουν. Μια μικρή, ανατρεπτική αντίσταση.
Η θάλασσα και η τίγρη συνυπάρχουν, το τρωτό και το άγριο, η ηρεμία και η ένταση, η ζωή και ο θάνατος. Μια ενιαία παρουσία που προκαλεί να δούμε τον φόβο και τη δύναμη μαζί. Η μοίρα δεν είναι μόνο κανόνας ή κατάδικη, αλλά και ευκαιρία για κατανόηση.
Η πλάτη της μητέρας: σταθερή, αμετακίνητη, άκαμπτη. Φορτωμένη με όσα δεν της επιτράπηκαν. Η απειλητική βέργα, κρυμμένη ύπουλα, όπως ύπουλα της στέρησαν τη ζωή της. Τώρα είναι η σειρά της να συμμορφώσει. Η διπλή όψη της κληρονομιάς: όσα κληροδοτούμε χωρίς να το θέλουμε και όσα κουβαλάμε χωρίς να τα αναρωτηθούμε. Η βέργα είναι μόνο ένα από τα αντικείμενα αυτής της…