Από την Ηρωική Φαντασία στη σύγχρονη χαρακτική. Η εικαστική πρόταση του Γιώργου Βασιλείου

You are currently viewing Από την Ηρωική Φαντασία στη σύγχρονη χαρακτική. Η εικαστική πρόταση του Γιώργου Βασιλείου

Η παρουσίαση μιας εικαστικής φωνής μέσα από την ιστοσελίδα της πρωτοβουλίας μας  Μελάνι σε Χαρτί αποτελεί πάντοτε μια πράξη συνάντησης, ανάμεσα στο έργο, στον λόγο που το προσεγγίζει και στο κοινό που το υποδέχεται. Με αυτή τη διάθεση δημοσιεύουμε το κείμενο του Θεωρητικού της Τέχνης Ιάσωνα Καιροφύλα για το έργο του Γιώργου Βασιλείου, το οποίο προέκυψε στο πλαίσιο της ενεργής συμμετοχής της στην επίσημη κοινότητα καλλιτεχνών που διατηρούμε.

Η πρωτοβουλία αυτή συγκροτεί έναν σταθερό πυρήνα δημιουργών που εργάζονται με συνέπεια και ερευνητικό προσανατολισμό γύρω από το χαρτί και το μελάνι, ενισχύοντας τον διάλογο για τις σύγχρονες μορφές έκφρασης του μέσου.

Η δημοσίευση του άρθρου στην ιστοσελίδα μας ανταποκρίνεται στη βασική μας επιδίωξη να αναδεικνύουμε το έργο των μελών της κοινότητας μέσα από τεκμηριωμένες, υπογεγραμμένες κριτικές προσεγγίσεις, οι οποίες φωτίζουν τη δημιουργική τους πορεία με ουσιαστική θεωρητική και αισθητική ανάλυση.

Με τη δημοσίευση αυτή επιθυμούμε να συμβάλουμε σε έναν ζωντανό και απαιτητικό διάλογο γύρω από τη σύγχρονη εικαστική δημιουργία, δίνοντας χώρο στη σκέψη που γεννά το έργο και στον στοχασμό που το συνοδεύει.

Αναλυτικά για τον εικαστικό στη σχετική ανακοίνωσή μας γι τη συμμετοχή του στη κοινότητά μας  ΕΔΩ.

-Επιμελητική Ομάδα της πρωτοβουλίας ΜΕΛΑΝΙ ΣΕ ΧΑΡΤΙ

Το έργο του χαράκτη Γιώργου Βασιλείου συγκροτείται ως ένα συνεκτικό και σαφώς οριοθετημένο εικαστικό σώμα, στο οποίο η τεχνική της χαρακτικής, και ειδικότερα η ξυλογραφία ασπρόμαυρη και έγχρωμη, δεν λειτουργεί ως ουδέτερο μέσο αλλά ως δομικός πυρήνας της σκέψης και της εικονοποιίας του. Η αφετηρία της συστηματικής καλλιτεχνικής του παραγωγής τοποθετείται χρονικά στην περίοδο της πτυχιακής του εργασίας στη Σχολή Καλών Τεχνών Ιωαννίνων, όταν επέλεξε ως κεντρικό θέμα την Ηρωική Φαντασία. Η επιλογή αυτή δεν υπήρξε συγκυριακή αλλά εδράζεται σε μακρόχρονη σχέση με το φανταστικό αφήγημα και ειδικότερα με τον κόσμο του Τζ.Ρ.Ρ. Τόλκιν, ο οποίος επηρέασε αποφασιστικά τη θεματολογία του, όχι ως αισθητικό πρότυπο αλλά ως δομικό υπόβαθρο φαντασιακής συγκρότησης. Παράλληλα, η επαφή του με τις ξυλογραφίες του Άλμπρεχτ Ντύρερ υπήρξε καθοριστική για τη σχέση του με την ίδια την πρακτική της χαρακτικής, οδηγώντας τον σε σύνθετα, απαιτητικά μοτίβα και σε μια συνειδητή ανάληψη της τεχνικής δυσκολίας ως δημιουργικού πεδίου.

Η θεματολογία του Βασιλείου εκτείνεται από φανταστικούς αρχετυπικούς χαρακτήρες, πολεμιστές, ιππότες, άγγελους και νεράιδες έως τοπιογραφίες, αστικά και μη τοπία και θαλασσογραφίες, όπου το τοπίο συχνά λειτουργεί ως οργανικό μέρος της ίδιας της αφήγησης. Η τοπιογραφία δεν αποτελεί αυτόνομο είδος αλλά ενσωματώνεται στον φανταστικό κόσμο ως σκηνικό, ως πεδίο δράσης και ως χωρική συνθήκη. Η γνώση των δομικών και κατασκευαστικών υλικών, προερχόμενη από τη βιωματική εμπειρία του καλλιτέχνη στις δομικές τέχνες και την επεξεργασία πετρωμάτων, αποτυπώνεται με σαφήνεια στα αρχιτεκτονικά του έργα. Τα αστικά τοπία του χαρακτηρίζονται από κατασκευαστική συνοχή, αυστηρή λογική δομής και μια διαρκή σκέψη γύρω από το τι θα μπορούσε να υπάρξει σε έναν φανταστικό κόσμο και ποιες θα ήταν οι κατασκευαστικές του δυσκολίες και το κοστολόγιό του. Η ίδια αυτή γνώση λειτουργεί ταυτόχρονα ως βοήθεια και ως τροχοπέδη, καθώς η ακρίβεια της κατασκευαστικής σκέψης έρχεται συχνά σε ένταση με την ελευθερία της φαντασίας.

Σε επίπεδο τεχνικής πρακτικής, το έργο του Βασιλείου εξελίσσεται με σταθερό και μετρήσιμο ρυθμό, γεγονός που συνδέεται άμεσα με τη φύση της ξυλογραφίας ως χρονοβόρας διαδικασίας. Ο ίδιος ο Χαράκτης αναφέρεται όταν ρωτήσαμε σχετικά σε 30 έως 35 ώρες χάραξης για μια ασπρόμαυρη μήτρα 50×70 εκ. και σε 12 έως 30 ώρες σχεδίου, κατανεμημένες σε τρίωρες ή τετράωρες περιόδους. Αυτή δεν είναι απλά μια τεχνική πληροφορία αλλά στοιχείο που αποκαλύπτει τη συνειδητή επιμονή στη χειρωνακτική εργασία και στη σωματική εμπλοκή με το υλικό. Η χαρακτική εδώ δεν είναι αναπαραγωγικό μέσο αλλά διαδικασία συγκέντρωσης, επανάληψης και πειθαρχίας.

Από θεωρητική σκοπιά, το έργο του Βασιλείου μπορεί να συσχετιστεί με τις παραδόσεις του συμβολισμού, του υπερρεαλισμού και της μεταπολεμικής ψυχογραφικής τέχνης, χωρίς να εντάσσεται άκριτα σε κάποιο από αυτά τα κινήματα. Ο συμβολισμός αναδύεται μέσα από τη χρήση αρχετυπικών μορφών και σκηνών που δεν επιδιώκουν αφηγηματική σαφήνεια αλλά ενεργοποιούν επίπεδα συλλογικής μνήμης και μυθολογικής αναφοράς. Ο υπερρεαλισμός διακρίνεται στη συνύπαρξη ετερόκλητων στοιχείων και στη δημιουργία κόσμων που λειτουργούν με εσωτερική λογική, χωρίς να αναζητούν αναφορά σε ιστορικά τεκμήρια ή συγκεκριμένες περιόδους. Η μεταπολεμική ψυχογραφική τέχνη μπορεί να εντοπιστεί στην ένταση της γραμμής και στη χρήση της χαρακτικής ως μέσου εσωτερικής διερεύνησης, όχι ατομικού τραύματος αλλά συλλογικής απώλειας της φαντασίας.

Το βασικό ερώτημα που διατρέχει το σύνολο του έργου του, όπως ο ίδιος το διατυπώνει, είναι «πώς σαν κοινωνία έχουμε χάσει την φαντασία μας, την μυθολογική μας κληρονομιά, την τόλμη μας να εικάσουμε και να φανταστούμε και έχουμε αποκτήσει μια απελπιστική συγκριτική νοοτροπία και αν μπορούμε να ξαναποκτήσουμε αυτά που χάσαμε». Το ερώτημα αυτό δεν εκφράζεται διδακτικά αλλά ενσωματώνεται στις εικόνες ως υπόγεια ένταση. Οι σκηνές δεν λειτουργούν ως εικονογραφήσεις αφηγημάτων ούτε ως απεικονίσεις συγκεκριμένων χαρακτήρων. Αντίθετα, συγκροτούνται ως αρχετυπικές καταστάσεις, όπου ο θεατής καλείται να ενεργοποιήσει τη φαντασία του και να αποδώσει δικό του χαρακτήρα στις μορφές και στα τοπία. Ο ίδιος ο καλλιτέχνης επισημαίνει ότι ο θεατής αποτελεί ουσιαστικό μέρος της ολοκλήρωσης του έργου, στο μέτρο που δημιουργεί τις δικές του σκέψεις και συναισθήματα και επιλέγει, εφόσον το επιθυμεί, να τα μοιραστεί.

Η απουσία άμεσου διαλόγου με συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους ή γεγονότα δεν συνεπάγεται ιστορική αδιαφορία. Αντιθέτως, το έργο του Βασιλείου εγγράφεται σε μια ιστορική συνέχεια της χαρακτικής, τόσο ευρωπαϊκής όσο και νεοελληνικής, όπου η τεχνική αυστηρότητα και η εικονογραφική πειθαρχία συνυπάρχουν με τη φαντασιακή ελευθερία. Η εκθεσιακή του παρουσία, ξεκινώντας από τη συμμετοχή στο Συμπόσιο Χαρακτικής εις μνήμη του Βασίλη Καζάκου και συνεχίζοντας με ομαδικές εκθέσεις, διαγωνισμούς και την ατομική του έκθεση στους Μελιγγούς Δωδώνης, αποκαλύπτει επίσης τις δυσκολίες πρόσληψης της χαρακτικής και ειδικότερα της φανταστικής χαρακτικής από ένα κοινό περιορισμένης εξοικείωσης με το μέσο. Η παρατήρηση ότι τα έργα φανταστικού περιεχομένου συχνά περνούν απαρατήρητα λόγω της λιτότητας του μέσου και της έλλειψης γνώσης, αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την κατανόηση της θέσης του έργου του στο σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο.

Τέλος, σε επίπεδο δημόσιου λόγου, η Ηρωική Φαντασία λειτουργεί για τον Βασιλείου ως πεδίο στοχασμού γύρω από τη σύγκρουση, την αναγκαιότητά της και τις εναλλακτικές της. Οι πόλεμοι και οι συγκρούσεις που χαρακτηρίζουν το είδος δεν προβάλλονται ως δοξαστικά αφηγήματα αλλά ως αφορμές για να τεθεί το ερώτημα κατά πόσο μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία που καταρρέει κοινωνικά μπορεί να εγκαταλείψει φανατικές και εγωκεντρικές νοοτροπίες και να στραφεί προς μια συνολική ευημερία. Το έργο του Γιώργου Βασιλείου, μέσα από τη χαρακτική αυστηρότητα και τη φαντασιακή του συνέπεια, συγκροτεί έτσι μια εικαστική πρόταση που συνδέει την παράδοση της χαρακτικής με ένα σύγχρονο, σαφώς διατυπωμένο εννοιολογικό αίτημα.

Ιάσων Καιροφύλας, Θεωρητικός της Τέχνης